Χ[ωρίς] Α[γάπη]

Λευκές νύχτες θέλουμε ρε.
Τις σιχαθήκαμε τις αυγές.
Δεν αντέχει πολύ ο άνθρωπος στα σκοτάδια ρε.
Δεν είναι ποίηση αυτό ρε.
Παραλήρημα είναι.
Δε χωράει η αηδία σε στίχους ρε.
Κάτω τα ξερά σας από την αξιοπρέπεια του ανθρώπου ρε.

 

Advertisements

κάμερα ασφαλείας

Είδα γονείς να περπατούν τραβώντας τα παιδιά τους με αλυσίδα.

Είδα φασίστες να μιλάνε με αρουραίους.

Είδα μπάτσους να ξεριζώνουν τα δέντρα των πεζοδρομίων.

Είδα την ανθρωπότητα στη σκιά της γάτας που φοβισμένη τρέχει κάτω απ’τα αυτοκίνητα.

Είδα μαλλιά ν’ανεμίζουν κατά την πτώση.

 

(π)αιδοία

Και υπήρχε λέει ένα σχολείο που τα παιδάκια κάθε πρωί,

αντί για προσευχή,

έπρεπε να πηδήξουν και να φιλήσουν την εικόνα του Χριστού πάνω απ’τον πίνακα.

Κι όποιο παιδάκι δεν τα κατάφερνε το κούρευαν γουλί.

Και μία φορά το χρόνο,

λέει,

τα παιδάκια ανέβαζαν μία θεατρική παράσταση,

όπου έκαναν το σταυρό τους και μετά έχεζαν στη σκηνή.

 

εκτός

Kαι λέει είχαμε έρθει πολύ κοντά στο φεγγάρι

ή το φεγγάρι είχε έρθει πολύ κοντά σε μας

-δεν έχει σημασία-

και δεν υπήρχε βαρύτητα

κι ήμαστε όλοι ερωτευμένοι

και δεν πατούσαμε στο έδαφος

και περπατούσαμε στον αέρα

και λέει όλοι κρατούσαμε κάποιο χέρι

και κανείς δεν ήταν μόνος του

και λέει τριγύρω ήταν θάλασσα

και παντού υπήρχαν λεφτά

και φωτιά

και μετά λέει αυτό δεν ήταν όνειρο

και δεν υπήρχε καμιά πραγματικότητα

και χαιρόμασταν όλοι

 

εκτός απ’τους φασίστες.

 

Μηδέν.

Ξεχάσαμε να μετράμε.
-Μετά το δέκα πάμε κατευθείαν στο 100. Ή στο μείον 50.-
Και τα νούμερα μας εγκατέλειψαν.

 

Και μετά μπλέχτηκε ο χρόνος με τα λεφτά.

«Θα τα πούμε σε δύο χιλιάδες ευρώ.»
«Μου δίνεις μισή ώρα;»
 

 

Πλέον στη μία πλευρά κάθε νομίσματος βρίσκεται ο ουρανός. Και στην άλλη η ζωή.

 

Σε δυόμισι χιλιάδες χρόνια να θυμηθούμε να πληρώσουμε τα σύννεφα.