τα καλοκαίρια μιας φυλής εφήβων που μεγάλωσε 

Δουλεύαμε τον Αύγουστο σε επαρχιακές ταβέρνες και καφετέριες και λίγο πριν το ξημέρωμα ή νωρίς το μεσημέρι διαβάζαμε Ρώσους κλασικούς. Αναμέναμε υπομονετικά το φθινόπωρο για να ταξιδέψουμε στις πρωτεύουσες της Ευρώπης και να πάρουμε κάρτες διαρκείας για τα φθινοπωρινά φεστιβάλ κινηματογράφου της μίζερης μα και πανέμορφης Αθήνας. Έτσι θυμάμαι την ανεύθυνη νιότη και την αυθάδη εφηβεία της φυλής μου, τα χρόνια που χτίζαμε μια αυτοκυριαρχία που θα άνθιζε μετά σε αυτό που θα έλεγε κανείς «σκεπτόμενους πάνω του μέσου όρου» ενήλικες, βαθιά ρομαντικούς και, ταυτόχρονα, αμετανόητα ρεαλιστές.

Advertisements

Περιγράψτε με μια φράση τη σημερινή Αθήνα

Στην Αθήνα αυτή την εποχή κάνει κρύο κρυώνουν οι άστεγοι πολύ όλο και περισσότεροι άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια να φάνε σήμερα είδα δυο παιδιά που μετά το σχολείο ακόμα φορτωμένα με τις τσάντες τους είχαν σκύψει πάνω από έναν κάδο έρχονται χριστούγεννα όλοι στολίζουν μπαλκόνια και δέντρα νομίζω πως αν μπορούσαν θα ήθελαν να κρεμαστούν από ένα κλαδί και να μείνουν εκεί προσπαθούμε να γελάσουμε γιατί αλλιώς θα μας διαλύσει η μιζέρια έχουμε νεύρα καταθλίψεις εγκεφαλικά φασίστες.

 

Στην Αθήνα δεν είναι ωραία.

αδέσποτα σκυλιά της Αθήνας

Θα πάρεις την απάντηση που θέλεις

αν κοιτάξεις στα μάτια τ’αδέσποτα σκυλιά της Αθήνας,

που το μεσημέρι τριγυρίζουν στο κέντρο

ήσυχα,

σαν εξαντλημένα

και το βράδυ

κυνηγούν τα μηχανάκια που περνούν την άδεια Πανεπιστημίου.

 

Γαβγίζουν προσηλωμένα στα πόδια των μηχανόβιων,

που άλλοτε μαζεύονται

κι άλλοτε κλωτσούν.

 

Και καθώς περνά ο καιρός μοιάζει να φουντώνει η μεσημεριανή αδράνεια κι η διαδεχόμενη μεταμεσονύχτια λύσσα.

 

Κοίτα τα μάτια των αδέσποτων σκυλιών της Αθήνας

και θα πάρεις την απάντηση που θέλεις.

 

ξένος*

Ξένος εσύ.
Στον τόπο που σου μάθαν για πατρίδα.
Κοιτάζεις τριγύρω και βλέπεις ασπίδες και όλπα και καπνούς.
Και σκύβεις το κεφάλι σου και φεύγεις.
Για τόπο άγνωστο.
Ξένος εσύ και πάλι.

 

 

 

κάμερα ασφαλείας

Είδα γονείς να περπατούν τραβώντας τα παιδιά τους με αλυσίδα.

Είδα φασίστες να μιλάνε με αρουραίους.

Είδα μπάτσους να ξεριζώνουν τα δέντρα των πεζοδρομίων.

Είδα την ανθρωπότητα στη σκιά της γάτας που φοβισμένη τρέχει κάτω απ’τα αυτοκίνητα.

Είδα μαλλιά ν’ανεμίζουν κατά την πτώση.

 

Η επιβίωση ξυπόλυτη στη μέση της πλατείας.

Η γη περιστρέφεται εκατομμύρια φορές γύρω απ’τον εαυτό της.
Άπειρα μερόνυχτα μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο.
Το σύμπαν σε αποσύνθεση.
Ο ήλιος εφάπτεται του εδάφους.
Στριφογυρίζουμε τυφλομένοι.
Όποιος δεν προλαβαίνει να καθήσει καίγεται.
Άλλο παιχνίδι αυτό.
Κι ένα άλλο:
αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα.
Το αγέλαστα το καταφέρνουμε άκοπα.
Κάποτε παίζουμε και κρυφτό.
Ένας τα φυλάει κι οι υπόλοιποι κρυβόμαστε πίσω απ’τις ταφόπλακες.

 

Η επιβίωση ξυπόλυτη στη μέση της πλατείας.

 

η Αθήνα, εμείς και τα σκυλιά

Η Αθήνα είναι πουτάνα.

Κι όχι απ’αυτές του πεζοδρομίου.

Αυτές έχουν αρχίδια.

Τις άλλες, που κρύβονται.

 

Εμείς είμαστε αληταριό.

Γαμάμε και φτύνουμε.

 

Τα σκυλιά γαβγίζουν.

Σ’ εμάς γαβγίζουν.

Σ’ εμάς που ζέχνουμε.

 

 

Κι αν άσχημα μιλώ

ζητώ συγνώμη

μα’ χει στερέψει η ομορφιά σ’αυτήν την πόλη

και απ’τη βρώμα ν’ανασάνω δεν μπορώ.